|
|
|
|
ΣΠΥΡΟΣ ΣΟΥΦΗΣ Η ανεπάρκεια της Μουσικής Παιδείας στα Μουσικά Σχολεία Εισήγηση στο 2ο επιστημονικό συνέδριο για τα Μουσικά Σχολεία Διοργάνωση: Πανελλήνια Ένωση Μουσικών Σχολείων 28-29/3/2008
Κάντε κλικ εδώ για εκτυπώσιμη μορφή (PDF)
Πρώτον, αρκετοί μαθητές σπουδάζουν παράλληλα τη μουσική σε ιδιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα (ωδεία και μουσικές σχολές). Δεύτερον, μαθητές ενδιαφερόμενοι να εισαχθούν στη τριτοβάθμια μουσική εκπαίδευση εγκαταλείπουν το μουσικό σχολείο στην τελευταία τάξη του λυκείου, ή ακόμη και πρωτύτερα. Οι παραπάνω διαπιστώσεις αποτελούν το έναυσμα του παρόντος προβληματισμού και δυστυχώς δεν είναι οι μοναδικές που εγείρουν ερωτηματικά για την ποιότητα της παρεχόμενης μουσικής παιδείας στα μουσικά σχολεία. Υπάρχουν μαθητές αλλά και απόφοιτοι που παρουσιάζουν ελλείψεις ακόμα και σε στοιχειώδεις γνώσεις και δεξιότητες είτε στον τομέα της ευρωπαϊκής, είτε της παραδοσιακής μουσικής, είτε και στους δύο τομείς ταυτόχρονα. Ο εκπαιδευτικός, επί παραδείγματι, συχνά αντιμετωπίζει περιπτώσεις μαθητών λυκείου που δεν γνωρίζουν οπλισμούς μουσικών κλιμάκων ή μουσικά διαστήματα. Σημειωτέον ότι η μουσική θεωρία και η πράξη συγκαταλέγονται στα κατ’ εξοχήν γνωστικά πεδία στα οποία η γνώση που έχει αποκτηθεί μέχρι μια δεδομένη στιγμή είναι στο σύνολό της προαπαιτούμενη για την απόκτηση περαιτέρω γνώσεων. Τέλος, σπάνιες είναι οι περιπτώσεις μαθητών και αποφοίτων που, χωρίς να φοιτούν σε κάποιο ωδείο, το επίπεδό τους σε ένα μουσικό όργανο είναι αντίστοιχο του επιπέδου ισάριθμων ετών σπουδής του ίδιου οργάνου σε ένα καλό ωδείο. Είναι βέβαιο ότι η κτηριακή και η υλικοτεχνική υποδομή είναι σημαντικοί παράγοντες της λειτουργικότητας και της ποιότητας ενός θεσμού. Η οπορτουνιστική πολιτική της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας στην Ελλάδα είναι που οδηγεί σε ίδρυση σχολείων χωρίς την κατάλληλη υποδομή, όπως άλλωστε και στην ανέγερση νοσοκομείων χωρίς εξοπλισμό και ιατρούς. Στα μουσικά σχολεία, ως γνωστόν, δεν παρέχονται στους μαθητές βιβλία για τα μουσικά μαθήματα. Μερικά μουσικά σχολεία μάλιστα δεν έχουν ένα χώρο κατάλληλο για τη στέγασή τους. Οι γενεσιουργοί αιτίες, ωστόσο, της ανεπάρκειας της μουσικής παιδείας στα μουσικά σχολεία δεν εντοπίζονται μόνο σε τέτοιου είδους ελλείψεις, αλλά και σε δύο άλλα πεδία: το πρόγραμμα σπουδών και τη στελέχωση με τους κατάλληλους εκπαιδευτικούς μουσικής. Όσον αφορά το πρόγραμμα σπουδών, ένα πρώτο σημείο στο οποίο πάσχει, είναι ότι ο μαθητής διδάσκεται υποχρεωτικά δύο ως τρία μουσικά όργανα. Για να γίνει αντιληπτό το πόσο αναποτελεσματικό είναι κάτι τέτοιο, πρέπει κατ’ αρχάς να επισημανθεί ότι οι μαθητές του γυμνασίου και του λυκείου εν γένει βρίσκονται σε μια ηλικία πολυενασχόλησης. Εκτός από το σχολείο σπουδάζουν ξένες γλώσσες, αθλούνται κ.τ.λ. Οι εκπαιδευτικοί μουσικής γνωρίζουμε καλά ότι η πρόοδος σε ένα μουσικό όργανο απαιτεί καθημερινή μελέτη. Όταν λοιπόν ένας μαθητής του γυμνασίου και του λυκείου επιφορτίζεται με τη μελέτη δύο ή τριών μουσικών οργάνων, οι πιθανότητες να έχει πρόοδο ανάλογη με τις δυνατότητές του έστω και σε ένα από αυτά είναι ελάχιστες. Ένα δεύτερο προβληματικό στοιχείο του προγράμματος σπουδών είναι ότι η ευρωπαϊκή και η παραδοσιακή μουσική διδάσκονται εξ ίσου, χωρίς καμία έμφαση, ανάλογα με την κλίση του μαθητή, στον ένα ή τον άλλο τομέα. Έτσι, μαθητές που εμφανίζουν υψηλή κλίση στον ένα τομέα, δεν αξιοποιούν τον κύριο όγκο της ενέργειάς τους εκεί, με αποτέλεσμα να μην έχουν τη ανάλογη με τις πραγματικές τους δυνατότητες πρόοδο σε αυτόν και βέβαια να παραμένουν αδύναμοι στον άλλο. Η επιλογή από το μαθητή ενός από τα μουσικά όργανα που διδάσκεται, καθώς και του μουσικού συνόλου στο οποίο συμμετέχει, σίγουρα δεν αρκούν για την υπέρβαση αυτού του προβλήματος. Αποτέλεσμα των παραπάνω ατελειών του προγράμματος σπουδών είναι η εξοντωτική παράταση του σχολικού ωραρίου. Η τελευταία μάλιστα αποτελεί παράγοντα επανατροφοδότησης των παραπάνω προβλημάτων, καθώς ο μαθητής πρέπει να μοιράσει τον ελάχιστο εναπομείναντα χρόνο της ημέρας στη μελέτη δύο ή τριών οργάνων, στη μελέτη ευρωπαϊκής και παραδοσιακής μουσικής, στη μελέτη των λοιπών μαθημάτων, των ξένων γλωσσών κ.ο.κ. Σημειωτέον δε ότι για την ομαλή ανάπτυξη ενός εφήβου είναι απαραίτητος και ο ελεύθερος χρόνος. Πάντως, μια μικρότερη παράταση του σχολικού ωραρίου θα ήταν δικαιολογημένη και συνάμα χρήσιμη αν αφιερωνόταν στη μελέτη του οργάνου και δη ενός οργάνου. Σχετικά με τη στελέχωση των μουσικών σχολείων με εκπαιδευτικούς μουσικής, το πρώτο που πρέπει να επισημανθεί είναι ότι στα μουσικά σχολεία διδάσκουν μεταξύ άλλων εκπαιδευτικοί είτε χωρίς παιδαγωγική κατάρτιση, είτε χωρίς να έχουν αξιολογηθεί στη γνώση του ειδικού αντικειμένου που διδάσκουν. Κραυγαλέο παράδειγμα της παραπάνω επισήμανσης αποτέλεσαν οι μουσικοί με τριάντα μήνες προϋπηρεσία, των οποίων η μονιμοποίηση το 2006 ήταν ένα σοβαρό πλήγμα στα μουσικά σχολεία εκ μέρους της πολιτείας. Η συμπαιγνία της τότε πολιτικής ηγεσίας με την προηγούμενη οδήγησε τη χρονιά εκείνη στο διορισμό μουσικών με μοναδικό κριτήριο μία προϋπηρεσία που αποκτήθηκε με διαδικασίες αδιαφανείς. Αρκεί μόνο να αναφερθεί ότι πριν το 2004, το έτος δηλαδή μέχρι το οποίο υπολογίστηκε η προϋπηρεσία τους, ούτε πίνακες υποψηφίων και επιλεγέντων αναπληρωτών και ωρομίσθιων δημοσιεύονταν (αμφίβολο είναι και το αν καταρτίζονταν), ούτε ενιαίο σύστημα κατάταξης και επιλογής υπήρχε. Ένα ακόμη πρόβλημα που αφορά στη στελέχωση των μουσικών σχολείων με εκπαιδευτικούς είναι ότι η διδασκαλία των μουσικών μαθημάτων γίνεται από ωρομίσθιους καθηγητές σε ποσοστό πολύ μεγάλο, συγκριτικά με το ποσοστό ωρομισθίων που προσλαμβάνονται για τις άλλες ειδικότητες. Ο ωρομίσθιος εκπαιδευτικός προσλαμβάνεται κατά μέσο όρο για 6 μήνες το χρόνο, είναι ημιαπασχολούμενος με 11 ώρες εβδομαδιαίως το μέγιστο και οι απολαβές του φτάνουν αισίως τα 320 ευρώ μηνιαίως, τα οποία καταβάλλονται ακανόνιστα και με καθυστέρηση πολλών μηνών. Η καθυστέρηση με την οποία προσλαμβάνεται ο ωρομίσθιος μετά την έναρξη της σχολικής χρονιάς συνεπάγεται απώλεια διδακτικών ωρών για τους μαθητές, το δε απάνθρωπο εργασιακό καθεστώς στο οποίο αναγκάζεται να προσαρμοστεί, κάθε άλλο παρά τον βοηθά να είναι αποδοτικός στα καθήκοντά του. Θεωρώ ότι, τόσο τα κριτήρια του σχεδιασμού του προγράμματος σπουδών όσο και της επιλογής εκπαιδευτικών δεν ήταν ποτέ η ποιότητα της παρεχόμενης μουσικής παιδείας, αλλά κατά βάση η ικανοποίηση τοπικών και μη τοπικών συντεχνιακών συμφερόντων, στην οποία άλλωστε στηρίζεται η εκάστοτε πολιτική εξουσία στην Ελλάδα. Η δε ωρομίσθια εργασία είναι μια μεθοδευμένη εκμετάλλευση των εργαζομένων που τους οδηγεί στην εξαθλίωση με δέλεαρ την ελπίδα της μονιμοποίησης. Σε ό,τι αφορά το πρόγραμμα σπουδών του μουσικού σχολείου, η πρότασή μου στηρίζεται στην πεποίθηση ότι η μουσική παιδεία στα μουσικά σχολεία (και σε αντιδιαστολή με τα σχολεία γενικής παιδείας) είναι, κατά βάση και όχι απόλυτα, εξειδικευμένη γνώση, και έχει ως εξής: Εκ νέου σχεδιασμός του προγράμματος σπουδών με κύριο άξονα το διαχωρισμό ευρωπαϊκής και παραδοσιακής μουσικής σε δύο κατευθύνσεις σπουδών. Οι κατευθύνσεις θα πρέπει να διαφοροποιούναι στην ποσοτική αναλογία των δύο πεδίων και φυσικά δεν θα πρέπει να αποκλείεται μεταπήδηση ενός μαθητή από τη μία κατεύθυνση στην άλλη. Υπό συζήτηση είναι η τάξη στην οποία θα ξεκινάει ο διαχωρισμός. Ο μαθητής θα πρέπει να διδάσκεται κατά βάση ένα μόνο όργανο ανάλογα με την κατεύθυνση που έχει επιλέξει. Απαραίτητη είναι μία διδακτική ώρα ημερησίως από το σχολικό ωράριο για μελέτη του οργάνου, καθώς και η διάθεση του σχολικού χώρου κατά τις απογευματινές ώρες για προαιρετική μελέτη. Επίσης απαραίτητη είναι και η συγγραφή και δωρεάν παροχή βοηθημάτων για όλα τα μουσικά μαθήματα. Σε ό,τι αφορά τη στελέχωση των μουσικών σχολείων, αυτή πρέπει να γίνεται με καθηγητές πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, καθώς είναι οι μόνοι που έχουν ανώτατη μόρφωση στο αντικείμενο που θα διδάξουν καθώς και παιδαγωγική κατάρτιση. Οι διορισμοί των μονίμων πρέπει να γίνονται με τους όρους και τη διαδικασία που εφαρμόζεται σε όλες τις ειδικότητες εκπαιδευτικών πανεπιστημιακής μόρφωσης, δηλαδή με διαγωνισμό ΑΣΕΠ και κατάρτιση πινάκων διοριστέων ανά διετία. Εν κατακλείδι, η παρεχόμενη μουσική παιδεία στα μουσικά σχολεία είναι μεταξύ άλλων ένα ζήτημα που απασχολεί το σύλλογο του οποίου διατελώ μέλος, καθώς αφορά έναν χώρο όπου εργάζεται ένας σεβαστός αριθμός αποφοίτων πανεπιστημιακών Τμημάτων Μουσικών Σπουδών. Ο σύλλογος αποφοίτων του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης είναι ανοιχτός σε διάλογο με τους γονείς και τους μαθητές με στόχο τη διαμόρφωση προτάσεων για την αναβάθμιση των σπουδών του μουσικού σχολείου. Μυτιλήνη, 29 / 3 / 2008
|